Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Φοβήθηκες…θυμάσαι;



Θυμάσαι;
Ήταν δύο το πρωί και η προβλήτα άδεια
Ήταν σιωπή και παγωνιά και προσμονή

Όταν έφτασε σπίτι ήταν… σα να επέστρεφε, όχι να έφτανε

Ενοχλήθηκες
Το ένιωσε αμέσως

Έγινε μικρή…αόρατη, να μην ενοχλεί
Είπε να φύγει…
Αρνήθηκες

Έμεινε σιωπηλή…σχεδόν ασάλευτη
Μόνο την πλάτη σου αντίκριζε
Θυμάσαι;

Μόνο το φως δεν γίνονταν να σβήσει
Μόνο αυτό χύνονταν από παντού…τα μάτια,
τα χείλη, τα χέρια, τη φωνή της
Είχε γίνει ολάκερη φως…για σένα…

Φοβήθηκες
Κι αυτό το ένιωσε

Κουράγιο, είπε
Θα δει –…σήμερα…αύριο…- πως όλα εδώ είναι ο τόπος του
Δίχως ναρκοπέδια, δίχως παγίδες, δίχως συρματοπλέγματα

Αλίμονο…σε τέτοιον τόπο γύρευες να πας, κρανίου τόπο
κι όχι στην αγκαλιά της

Θυμάσαι; Φοβήθηκες!







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου